πυρπολῶ
•
- καθαρεύουσαπυρπολώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
πυρπολώ < αρχαία ελληνική πυρπολέω / πυρπολῶ < πυρπόλος < πῦρ (< πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *péh₂wr̥) + πέλω (< πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kʷel-: κινώ, γυρίζω)
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πυρπολώ | πυρπολείς | πυρπολεί | πυρπολούμε | πυρπολείτε | πυρπολούν / πυρπολούνε |
| Παρατατικός | πυρπολούσα | πυρπολούσες | πυρπολούσε | πυρπολούσαμε | πυρπολούσατε | πυρπολούσαν / πυρπολούσανε |
| Αόριστος | πυρπόλησα | πυρπόλησες | πυρπόλησε | πυρπολήσαμε | πυρπολήσατε | πυρπολήσαν / πυρπολήσανε / πυρπόλησαν |
| Μέλλοντας | θα πυρπολήσω / θα πυρπολώ | θα πυρπολήσεις / θα πυρπολείς | θα πυρπολήσει / θα πυρπολεί | θα πυρπολήσουμε / θα πυρπολούμε | θα πυρπολήσετε / θα πυρπολείτε | θα πυρπολήσουν / θα πυρπολήσουνε / θα πυρπολούν / θα πυρπολούνε |
| Παρακείμενος | έχω πυρπολήσει | έχεις πυρπολήσει | έχει πυρπολήσει | έχουμε πυρπολήσει | έχετε πυρπολήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πυρπολήσει | είχες πυρπολήσει | είχε πυρπολήσει | είχαμε πυρπολήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πυρπολήσει / να πυρπολήσω / να πυρπολώ | να έχεις πυρπολήσει / να πυρπολήσεις / να πυρπολείς | να έχει πυρπολήσει / να πυρπολήσει / να πυρπολεί | να έχουμε πυρπολήσει / να πυρπολήσουμε / να πυρπολούμε | να έχετε πυρπολήσει / να πυρπολήσετε / να πυρπολείτε | να πυρπολήσουν / να πυρπολήσουνε / να πυρπολούν / να πυρπολούνε |
| Προστακτική | — | πυρπόλει / πυρπόλησε | — | — | πυρπολήστε / πυρπολείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →