Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πόσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί κάποιος να το πίνει (χωρίς αρνητικές συνέπειες) ή που προορίζεται για αυτή τη χρήση Βικιλεξικό
    • μερικοί πιστεύουν ότι το νερό από τη βρύση δεν είναι πόσιμο

Ετυμολογία

πόσιμος < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική πίνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *peh₃-

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπόσιμοςπόσιμηπόσιμο
Γενικήπόσιμουπόσιμηςπόσιμου
Αιτιατικήπόσιμοπόσιμηπόσιμο
Κλητικήπόσιμεπόσιμηπόσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπόσιμοιπόσιμεςπόσιμα
Γενικήπόσιμωνπόσιμωνπόσιμων
Αιτιατικήπόσιμουςπόσιμεςπόσιμα
Κλητικήπόσιμοιπόσιμεςπόσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →