Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ράβδισμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ένα ή περισσότερα χτυπήματα που καταφέρονται με ραβδί· ραβδισμός Βικιλεξικό
  2. η εργασία και η τεχνική συλλογής του ελαιοκάρπου που γίνεται χτυπώντας με ραβδί τα κλαδιά του δέντρου, ώστε να πέσει στο έδαφος ο καρπός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ράβδισμα < ραβδίζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήράβδισμαραβδίσματα
Γενικήραβδίσματοςραβδισμάτων
Αιτιατικήράβδισμαραβδίσματα
Κλητικήράβδισμαραβδίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →