ράντα
•
- ναυτικός όροςαντένα τοποθετημένη στο κάτω μέρος του άλμπουρου, περίπου κάθετα σ' αυτό Βικιλεξικό
- Όταν χρησιμοποιήθηκαν οι πρώτες μηχανές εσωτερικής καύσης στα καΐκια, η ράντα αντικατέστησε την πρυμνιά ψάθα σε πολλές μπρατσέρες ενώ ακόμα πιο πρόσφατα, συναντιόντουσαν και μονάλμπουρα καΐκια με ράντα. (Τα Πανιά (Β! Μέρος), aegeanwoodenwalls.blogspot.com, 13/2/2007 http://aegeanwoodenwalls.blogspot.com/2007/02/blog-post_13.html)
- είδος κούνιας για ανάπαυση Βικιλεξικό
- δείκτης τιμών στο χρηματιστήριο Βικιλεξικό
- τακτικό χρηματικό ποσό που αποφέρει μια επένδυση Βικιλεξικό
- περιοδική καταβολή ποσού Βικιλεξικό
- εισόδημα, κυρίως από χρεώγραφα Βικιλεξικό
- η τιράντα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ράντα < (άμεσο δάνειο) ιταλική renta
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ράντα | ράντες |
| Γενική | ράντας | ραντών |
| Αιτιατική | ράντα | ράντες |
| Κλητική | ράντα | ράντες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →