Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρέπι

/ˈɾe.pi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοερείπιο, χάλασμα Βικιλεξικό
    • Ἀπ’ τὰ εἴδωλά τους δὲ θὰ μείνῃ ρέπι (στίχος από το ποίημα του Λορέντζου Μαβίλη «Περί στεφάνου»)
    • Στὰ ρέπια, στὰ χαλάσματα ἡ κουκουβάγια σκούζει (στίχος από το ποίημα του Κώστα Κρυστάλλη «Το ηλιοβασίλεμα»)

Ετυμολογία

ρέπι < ερείπιο, → και δείτε τη λέξη ρείπιος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρέπιρέπια
Γενικήρεπιούρεπιών
Αιτιατικήρέπιρέπια
Κλητικήρέπιρέπια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →