ρέστα
•
- τα χρήματα που πρέπει να επιστρέψει ο πωλητής στον αγοραστή, όταν ο τελευταίος του δίνει κέρματα ή χαρτονομίσματα μεγαλύτερης αξίας από αυτήν του προϊόντος που αγοράζει Βικιλεξικό
- τα υπόλοιπα, τα λοιπά Βικιλεξικό
- δε μ' αρέσουν οι πόζες, οι τσιριμόνιες και τα ρέστα
- χαρτοπαίγνιοόλα τα χρήματα που μου έχουν απομείνει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρέστα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ρέστος στον πληθυντικό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρέστα | ρέστα |
| Γενική | — | ρέστων |
| Αιτιατική | — | ρέστα |
| Κλητική | — | ρέστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →