Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρέφα

/ˈɾe.fa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αργκότο μερίδιο που δίνεται σε κάποιον αστυνομικό ή σε κάποιον υπεύθυνο, για να κάνει τα στραβά μάτια και να μη μας καρφώσει σε κάποια παράνομη δουλειά που γίνεται Βικιλεξικό
    • Κυρ-αστυνόμε, μη βαράς, γιατί κι εσύ το ξέρεις / πως η δουλειά μας είναι αυτή, και ρέφα μη γυρεύεις. (Από το τραγούδι Κάτω στα λεμονάδικα (Οι λαχανάδες) σε στίχους και μουσική του Βαγγέλη Παπάζογλου)

Ετυμολογία

ρέφα < ρεφ(άρω) + -α (αναδρομικός σχηματισμός)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρέφα—
Γενικήρέφας—
Αιτιατικήρέφα—
Κλητικήρέφα—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →