ρεφάρω
•
- προφορικόξανακερδίζω όσα χρήματα έχασα σε κάποιο τυχερό παιχνίδι, σε μια δουλειά ή σε αποτυχημένη επένδυση Βικιλεξικό
- μεταφορικάαποκαθιστώ κάτι που έχασα ή επανακτώ τις δυνάμεις μου Βικιλεξικό
- αργκόδίνω, ή παίρνω μερίδιο, για συγκάλυψη (στη γλώσσα των κακοποιών) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρεφάρω < (άμεσο δάνειο) ιταλική rifare < ri- + fare < λατινική facere, απαρέμφατο του facio < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰeh₁-
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ρεφάρω | ρεφάρεις | ρεφάρει | ρεφάρουμε | ρεφάρετε | ρεφάρουν / ρεφάρουνε |
| Παρατατικός | ρέφαρα | ρέφαρες | ρέφαρε | ρεφάραμε | ρεφάρατε | ρέφαραν / ρεφάραν / ρεφάρανε |
| Αόριστος | ρεφάρισα | ρεφάρισες | ρεφάρισε | ρεφάραμε | ρεφάρατε | ρεφάραν / ρεφάρανε / ρεφάρισαν |
| Μέλλοντας | θα ρεφάρω | θα ρεφάρεις | θα ρεφάρει | θα ρεφάρουμε | θα ρεφάρετε | θα ρεφάρουν / θα ρεφάρουνε |
| Παρακείμενος | έχω ρεφάρει | έχεις ρεφάρει | έχει ρεφάρει | έχουμε ρεφάρει | έχετε ρεφάρει | έχουν ρεφάρει |
| Υπερσυντέλικος | είχα ρεφάρει | είχες ρεφάρει | είχε ρεφάρει | είχαμε ρεφάρει | είχατε ρεφάρει | είχαν ρεφάρει |
| Υποτακτική | να έχω ρεφάρει / να ρεφάρω | να έχεις ρεφάρει / να ρεφάρεις | να έχει ρεφάρει / να ρεφάρει | να έχουμε ρεφάρει / να ρεφάρουμε | να έχετε ρεφάρει / να ρεφάρετε | να έχουν ρεφάρει / να ρεφάρουν / να ρεφάρουνε |
| Προστακτική | — | ρέφαρε / ρεφάρισε | — | — | ρεφάρετε / ρεφάρτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →