ρίξιμο
•
- η διαδικασία ή η ενέργεια του ρίχνω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή η ενέργεια του ρίχνω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή η ενέργεια του ρίχνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία ή η ενέργεια του ρίχνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία ή η ενέργεια του ρίχνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία ή η ενέργεια του ρίχνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρίξιμο < ρίχνω + -ιμο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρίξιμο | ριξίματα |
| Γενική | ριξίματος | ριξιμάτων |
| Αιτιατική | ρίξιμο | ριξίματα |
| Κλητική | ρίξιμο | ριξίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →