ρίψασπις
•
- ιστορίακατά την αρχαιότητα, στρατιώτης που ρίχνει την ασπίδα του, δηλαδή το βάζει στα πόδια από δειλία Βικιλεξικό
- Ο ρίψασπις ρίχνοντας την ασπίδα του εκθέτει σε κίνδυνο τον συμπολεμιστή του, αφού η ασπίδα του ενός εκάλυπτε το σώμα του διπλανού του. Γι' αυτό η Σπαρτιάτισσα μάνα έλεγε "ή ταν ή επί τας" (ή θα γυρίσεις πίσω με την ασπίδα σου ή να σε φέρουν πάνω σε αυτήν σκοτωμένο)
- λόγιοκάποιος που σταματάει να αγωνίζεται από δειλία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρίψασπις < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ῥίψασπις < ῥίπτω, ῥιψ- + ἀσπίς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρίψασπις | ριψάσπιδες |
| Γενική | ριψάσπιδος | ριψάσπιδων / ριψασπίδων |
| Αιτιατική | ρίψασπι / ρίψασπιν | ριψάσπιδες |
| Κλητική | ρίψασπι | ριψάσπιδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →