γενναίος
•
- που δείχνει ή χαρακτηρίζεται από γενναιότητα, που αντιμετωπίζει τους κινδύνους ή τις αντιξοότητες χωρίς να δειλιάσει, που δείχνει θάρρος και ταυτόχρονα υψηλό ήθος Βικιλεξικό
- & ουσιαστικοποιημένο: παλικάρι ※ Διονύσιος Σολωμός, Εις τον θάνατον του λορδ Μπάιρον, στροφή 6η, στίχ.21 @greek-language.gr
- πλουσιοπάροχος, γενναιόδωρος Βικιλεξικό
- Ο υπουργός υποσχέθηκε γενναίες αυξήσεις στους μισθωτούς.
- Βάλε μου μια γενναία μερίδα μουσακά, σε παρακαλώ!
- για το όνομα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γενναίος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γενναῖος (αρχαία σημασία: ευγενικής καταγωγής) < αρχαία ελληνική γέννα :* για τη σημασία «πλουσιοπάροχος» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική généreux
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γενναίος | γενναία | γενναίο |
| Γενική | γενναίου | γενναίας | γενναίου |
| Αιτιατική | γενναίο | γενναία | γενναίο |
| Κλητική | γενναίε | γενναία | γενναίο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γενναίοι | γενναίες | γενναία |
| Γενική | γενναίων | γενναίων | γενναίων |
| Αιτιατική | γενναίους | γενναίες | γενναία |
| Κλητική | γενναίοι | γενναίες | γενναία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →