ραβδομάντης
•
- συνώνυμο του ραβδοσκόπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ραβδομάντης < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ῥαβδόμαντις < αρχαία ελληνική ῥάβδος + μάντις / μάντης. Συγχρονικά αναλύεται σε ράβδ(ος) + -ο- + μάντης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ραβδομάντης | ραβδομάντες |
| Γενική | ραβδομάντη | ραβδομαντών |
| Αιτιατική | ραβδομάντη | ραβδομάντες |
| Κλητική | ραβδομάντη | ραβδομάντες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →