ράβδος
•
- καθαρεύουσαμακρόστενο κυλινδρικό κομμάτι συμπαγούς και σχετικά άκαμπτου υλικού Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, (1903) κεφάλαιο ΙΕ΄ @papadiamantis.org (ΙΕ στη Βικιθήκη)
- άλλες μορφές: ραβδί
- επίμηκες μηχανικό εξάρτημα (συνήθως μεταλλικό) που χαρακτηρίζεται από στιβαρότητα, αντοχή και τον απαραίτητο βαθμό ακαμψίας (ανάλογα με την περίπτωση) Βικιλεξικό
- ποσότητα μετάλλου με μακρόστενο σχήμα και τυποποιημένο μέγεθος για εμπορεία ή αποθήκευση Βικιλεξικό
- ληστές έκλεψαν 20 ράβδους χρυσού
- θρησκείαμακρόστενο εξάρτημα, συχνά διακοσμημένο, σύμβολο της αρχιερωσύνης και διακριτικό του βαθμού εκκλησιαστικού αξιώματος Βικιλεξικό
- ποιμαντορική ράβδος
Ετυμολογία
ράβδος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ῥάβδος < προελληνική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ράβδος | ράβδοι |
| Γενική | ράβδου | ράβδων |
| Αιτιατική | ράβδο | ράβδους |
| Κλητική | ράβδε | ράβδοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →