ραδιολόγος
•
- φυσικήεπιστήμονας ειδικευμένος στη ραδιολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ραδιολόγος < είτε ραδιολογ(ία) + -ος, είτε λόγιο δάνειο από τη γαλλική radiologue ή από την αγγλική radiologist. Μορφολογικά αναλύεται σε ραδιο- + -λόγος.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ραδιολόγος | ραδιολόγοι |
| Γενική | ραδιολόγου | ραδιολόγων |
| Αιτιατική | ραδιολόγο | ραδιολόγους |
| Κλητική | ραδιολόγε | ραδιολόγοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →