ραδιούργος
•
- μηχανορράφος, δολοπλόκος, ύπουλος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ραδιούργος < ελληνιστική κοινή ῥᾳδιουργός με μετακίνηση τόνου κατά τα κακόσημα όπως κακούργος < αρχαία ελληνική ῥᾴδι(ος) + -ουργός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ραδιούργος | ραδιούργα | ραδιούργο |
| Γενική | ραδιούργου | ραδιούργας | ραδιούργου |
| Αιτιατική | ραδιούργο | ραδιούργα | ραδιούργο |
| Κλητική | ραδιούργε | ραδιούργα | ραδιούργο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ραδιούργοι | ραδιούργες | ραδιούργα |
| Γενική | ραδιούργων | ραδιούργων | ραδιούργων |
| Αιτιατική | ραδιούργους | ραδιούργες | ραδιούργα |
| Κλητική | ραδιούργοι | ραδιούργες | ραδιούργα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →