Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ραδιούργος

/ɾa.ðiˈuɾ.ɣos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. μηχανορράφος, δολοπλόκος, ύπουλος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ραδιούργος < ελληνιστική κοινή ῥᾳδιουργός με μετακίνηση τόνου κατά τα κακόσημα όπως κακούργος < αρχαία ελληνική ῥᾴδι(ος) + -ουργός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήραδιούργοςραδιούργαραδιούργο
Γενικήραδιούργουραδιούργαςραδιούργου
Αιτιατικήραδιούργοραδιούργαραδιούργο
Κλητικήραδιούργεραδιούργαραδιούργο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήραδιούργοιραδιούργεςραδιούργα
Γενικήραδιούργωνραδιούργωνραδιούργων
Αιτιατικήραδιούργουςραδιούργεςραδιούργα
Κλητικήραδιούργοιραδιούργεςραδιούργα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →