ραδιουργία
•
- η συμπεριφορά ή οι ενέργειες ενός ραδιούργου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ραδιουργία < ελληνιστική κοινή ῥᾳδιουργία < ῥᾳδιούργος < αρχαία ελληνική ῥᾴδιος + -ουργία (ἔργον)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ραδιουργία | ραδιουργίες |
| Γενική | ραδιουργίας | ραδιουργιών |
| Αιτιατική | ραδιουργία | ραδιουργίες |
| Κλητική | ραδιουργία | ραδιουργίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →