ραιβοσκελία
•
- ιατρικήη ραιβοποδία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ραιβοσκελία < ραιβοσκελ(ής) + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ραιβοσκελία | ραιβοσκελίες |
| Γενική | ραιβοσκελίας | ραιβοσκελιών |
| Αιτιατική | ραιβοσκελία | ραιβοσκελίες |
| Κλητική | ραιβοσκελία | ραιβοσκελίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →