Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ραπτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το ράψιμο ή τον ράφτη ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοραπτικά Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: ραφτικά
  3. ουσιαστικοποιημένοραπτική Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: ραφτική

Ετυμολογία

ραπτικός < ελληνιστική κοινή ῥαπτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήραπτικόςραπτικήραπτικό
Γενικήραπτικούραπτικήςραπτικού
Αιτιατικήραπτικόραπτικήραπτικό
Κλητικήραπτικέραπτικήραπτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήραπτικοίραπτικέςραπτικά
Γενικήραπτικώνραπτικώνραπτικών
Αιτιατικήραπτικούςραπτικέςραπτικά
Κλητικήραπτικοίραπτικέςραπτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →