Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ράβω

ρήμα
•
  1. με βελόνα και κλωστή ενώνω τα διεστώτα κομμάτια ενός υφάσματος ή άλλου υλικού Βικιλεξικό
    • Και μέσα στα μαγαζιά οι έμποροι μετρούσαν με την πήχη, σκίζανε χασέδες, οι μπακάληδες γέμιζαν χαρτουλίνες και μποτίλιες, οι τσαρουχάδες χτυπούσαν τα πετσιά, οι καποτάδες ράβαν καθισμένοι σταυροπόδι, ο ντελάλης φώναζε και τα μπακαλόπουλα γυρνούσαν βρόμικα και κουβαλούσανε ξυπόλητα νερό. (Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Η Αννιώ, 1923)
  2. με βελόνα και κλωστή προσαρτώ κάτι πάνω σε κάτι άλλο (π.χ. ένα κουμπί σε ρούχο) Βικιλεξικό
  3. φτιάχνω ένα ένδυμα ο ίδιος ή δίνω παραγγελία σε άλλον (ράφτη) να μου το φτιάξει Βικιλεξικό
  4. κλείνω κάτι που είναι ανοιχτό με τη διαδικασία (1) Βικιλεξικό
  5. ιατρικήαποκαθιστώ με τη διαδικασία (1) την χειρουργική τομή ή το σημείο που έχει τραυματιστεί Βικιλεξικό
  6. παθητική φωνήράβομαι: συνηθίζω να χρησιμοποιώ κάποιον, για να μου ράβει τα ρούχα, είμαι πελάτης του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ράβω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ῥάπτω μέσω μεσαιωνικού υποθετικού τύπου *ράβω (δείτε το μεσαιωνικό ραύγω), με μεταπλασμό σε -βω με βάση το αοριστικό θέμα ραψ- κατά το σχήμα τριψ- (έτριψα) > τρίβω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςράβωράβειςράβειράβουμεράβετεράβουν / ράβουνε
Παρατατικόςέραβαέραβεςέραβεράβαμεράβατεέραβαν / ράβαν / ράβανε
Αόριστοςέραψαέραψεςέραψεράψαμεράψατεέραψαν / ράψαν / ράψανε
Μέλλονταςθα ράβω / θα ράψωθα ράβεις / θα ράψειςθα ράβει / θα ράψειθα ράβουμε / θα ράψουμεθα ράβετε / θα ράψετεθα ράβουν / θα ράβουνε / θα ράψουν / θα ράψουνε
Παρακείμενοςέχω ράψειέχεις ράψει————
Υπερσυντέλικοςείχα ράψειείχες ράψει————
Υποτακτικήνα έχω ράψει / να ράβω / να ράψωνα έχεις ράψει / να ράβεις / να ράψειςνα ράβει / να ράψεινα ράβουμε / να ράψουμενα ράβετε / να ράψετενα ράβουν / να ράβουνε / να ράψουν / να ράψουνε
Προστακτική—έχε ραμμένο / ράβε / ράψε——ράβετε / ράψτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ράφτηκαράβομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →