ρεβιζιονιστής
•
- οπαδός του ρεβιζιονισμού, αναθεωρητής. Στη διάλεκτο της αριστεράς νοείται αυτός που "αναθεωρεί την κλασική μαρξιστική – λενινιστική διδασκαλία" Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρεβιζιονιστής < (λόγιο δάνειο) γαλλική révisionniste
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρεβιζιονιστής | ρεβιζιονιστές |
| Γενική | ρεβιζιονιστή | ρεβιζιονιστών |
| Αιτιατική | ρεβιζιονιστή | ρεβιζιονιστές |
| Κλητική | ρεβιζιονιστή | ρεβιζιονιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →