αναθεωρητής
•
- γενικότεραπου επανεκτιμά, επανεξετάζει ή ακυρώνει κάτι παλιότερο, όπως μια κρίση, απόφαση ή προσέγγιση· που αναθεωρεί ευρύτερα παραδεκτές ή παγιωμένες απόψεις, αντιλήψεις Βικιλεξικό
- διανοούμενος ή πολιτικός που αναθεωρεί τον κλασικό μαρξισμό Βικιλεξικό
- ιστορικός που αναθεωρεί τον ευρύτερα αποδεκτό τρόπο που αποτιμάται ο ναζισμός, όπως και τα εγκλήματά του (κυρίως η γενοκτονία των Εβραίων) Βικιλεξικό
- στρατιωτικός βαθμόςανώτατος αξιωματικός του Δικαστικού Σώματος των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναθεωρητής < (αναθεωρώ) αναθεωρη- + -τής, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική révisionniste, réviseur ή από τη ρωσική ревизионистский (revizionístskij)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναθεωρητής | αναθεωρητές |
| Γενική | αναθεωρητή | αναθεωρητών |
| Αιτιατική | αναθεωρητή | αναθεωρητές |
| Κλητική | αναθεωρητή | αναθεωρητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →