Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναθεωρητής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γενικότεραπου επανεκτιμά, επανεξετάζει ή ακυρώνει κάτι παλιότερο, όπως μια κρίση, απόφαση ή προσέγγιση· που αναθεωρεί ευρύτερα παραδεκτές ή παγιωμένες απόψεις, αντιλήψεις Βικιλεξικό
  2. διανοούμενος ή πολιτικός που αναθεωρεί τον κλασικό μαρξισμό Βικιλεξικό
  3. ιστορικός που αναθεωρεί τον ευρύτερα αποδεκτό τρόπο που αποτιμάται ο ναζισμός, όπως και τα εγκλήματά του (κυρίως η γενοκτονία των Εβραίων) Βικιλεξικό
  4. στρατιωτικός βαθμόςανώτατος αξιωματικός του Δικαστικού Σώματος των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναθεωρητής < (αναθεωρώ) αναθεωρη- + -τής, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική révisionniste, réviseur ή από τη ρωσική ревизионистский (revizionístskij)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναθεωρητήςαναθεωρητές
Γενικήαναθεωρητήαναθεωρητών
Αιτιατικήαναθεωρητήαναθεωρητές
Κλητικήαναθεωρητήαναθεωρητές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →