ρεβιζιονιστικός
•
- που ανήκει στον ή χαρακτηρίζει τον ρεβιζιονιστή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρεβιζιονιστικός < ρεβιζιονιστής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ρεβιζιονιστικός | ρεβιζιονιστική | ρεβιζιονιστικό |
| Γενική | ρεβιζιονιστικού | ρεβιζιονιστικής | ρεβιζιονιστικού |
| Αιτιατική | ρεβιζιονιστικό | ρεβιζιονιστική | ρεβιζιονιστικό |
| Κλητική | ρεβιζιονιστικέ | ρεβιζιονιστική | ρεβιζιονιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ρεβιζιονιστικοί | ρεβιζιονιστικές | ρεβιζιονιστικά |
| Γενική | ρεβιζιονιστικών | ρεβιζιονιστικών | ρεβιζιονιστικών |
| Αιτιατική | ρεβιζιονιστικούς | ρεβιζιονιστικές | ρεβιζιονιστικά |
| Κλητική | ρεβιζιονιστικοί | ρεβιζιονιστικές | ρεβιζιονιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →