Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρεβιζιονιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ανήκει στον ή χαρακτηρίζει τον ρεβιζιονιστή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρεβιζιονιστικός < ρεβιζιονιστής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρεβιζιονιστικόςρεβιζιονιστικήρεβιζιονιστικό
Γενικήρεβιζιονιστικούρεβιζιονιστικήςρεβιζιονιστικού
Αιτιατικήρεβιζιονιστικόρεβιζιονιστικήρεβιζιονιστικό
Κλητικήρεβιζιονιστικέρεβιζιονιστικήρεβιζιονιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρεβιζιονιστικοίρεβιζιονιστικέςρεβιζιονιστικά
Γενικήρεβιζιονιστικώνρεβιζιονιστικώνρεβιζιονιστικών
Αιτιατικήρεβιζιονιστικούςρεβιζιονιστικέςρεβιζιονιστικά
Κλητικήρεβιζιονιστικοίρεβιζιονιστικέςρεβιζιονιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →