ρεμβάζω
•
- σκέφτομαι και φαντάζομαι πράγματα ή καταστάσεις με ήρεμη κι ονειροπόλο διάθεση Βικιλεξικό
- καθόμουν και ρέμβαζα στη μικρή παραλία
Ετυμολογία
ρεμβάζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ῥεμβάζω (γυρίζω γύρω γύρω) < αρχαία ελληνική ῥέμβη
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ρεμβάζω | ρεμβάζεις | ρεμβάζει | ρεμβάζουμε | ρεμβάζετε | ρεμβάζουν / ρεμβάζουνε |
| Παρατατικός | ρέμβαζα | ρέμβαζες | ρέμβαζε | ρεμβάζαμε | ρεμβάζατε | ρέμβαζαν / ρεμβάζαν / ρεμβάζανε |
| Αόριστος | ρέμβασα | ρέμβασες | ρέμβασε | ρεμβάσαμε | ρεμβάσατε | ρέμβασαν / ρεμβάσαν / ρεμβάσανε |
| Μέλλοντας | θα ρεμβάζω / θα ρεμβάσω | θα ρεμβάζεις / θα ρεμβάσεις | θα ρεμβάζει / θα ρεμβάσει | θα ρεμβάζουμε / θα ρεμβάσουμε | θα ρεμβάζετε / θα ρεμβάσετε | θα ρεμβάζουν / θα ρεμβάζουνε / θα ρεμβάσουν / θα ρεμβάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ρεμβάσει | έχεις ρεμβάσει | έχει ρεμβάσει | έχουμε ρεμβάσει | έχετε ρεμβάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ρεμβάσει | είχες ρεμβάσει | είχε ρεμβάσει | είχαμε ρεμβάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ρεμβάσει / να ρεμβάζω / να ρεμβάσω | να έχεις ρεμβάσει / να ρεμβάζεις / να ρεμβάσεις | να έχει ρεμβάσει / να ρεμβάζει / να ρεμβάσει | να έχουμε ρεμβάσει / να ρεμβάζουμε / να ρεμβάσουμε | να έχετε ρεμβάσει / να ρεμβάζετε / να ρεμβάσετε | να ρεμβάζουν / να ρεμβάζουνε / να ρεμβάσουν / να ρεμβάσουνε |
| Προστακτική | — | ρέμβαζε / ρέμβασε | — | — | ρεμβάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ρεμβάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →