ρεμπέλεμα
•
- προφορικόη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρεμπελεύω Βικιλεξικό
- προφορικόη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρεμπελεύω Βικιλεξικό
- προφορικόη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρεμπελεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρεμπέλεμα < ρεμπελεύω + -μα < μεσαιωνική ελληνική ρεμπελεύω < ρέμπελος < βενετική rebelo (επαναστάτης, ρέμπελος) < λατινική rebellis < rebello < bellum
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρεμπέλεμα | ρεμπελέματα |
| Γενική | ρεμπελέματος | ρεμπελεμάτων |
| Αιτιατική | ρεμπέλεμα | ρεμπελέματα |
| Κλητική | ρεμπέλεμα | ρεμπελέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →