Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρεμπέλεμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. προφορικόη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρεμπελεύω Βικιλεξικό
  2. προφορικόη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρεμπελεύω Βικιλεξικό
  3. προφορικόη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρεμπελεύω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρεμπέλεμα < ρεμπελεύω + -μα < μεσαιωνική ελληνική ρεμπελεύω < ρέμπελος < βενετική rebelo (επαναστάτης, ρέμπελος) < λατινική rebellis < rebello < bellum

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρεμπέλεμαρεμπελέματα
Γενικήρεμπελέματοςρεμπελεμάτων
Αιτιατικήρεμπέλεμαρεμπελέματα
Κλητικήρεμπέλεμαρεμπελέματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →