Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρέμπελος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοεπαναστάτης Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοστρατιώτης άτακτων στρατιωτικών σωμάτων Βικιλεξικό
  3. που δεν κάνει τίποτε άλλο από το να ρεμπελεύει Βικιλεξικό
    • "Σταμάτα να είσαι ρέμπελος παίζοντας χαρτιά όλη μέρα στο καφενείο και βρες μια δουλειά!" είπε η μητέρα του σε αυστηρό ύφος."
  4. που ταιριάζει σε έναν τέτοιο άνθρωπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρέμπελος < μεσαιωνική ελληνική ρέμπελος < βενετική rebelo (επαναστάτης, ρέμπελος) < λατινική rebellis < rebello < bellum

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρέμπελοςρέμπεληρέμπελο
Γενικήρέμπελουρέμπεληςρέμπελου
Αιτιατικήρέμπελορέμπεληρέμπελο
Κλητικήρέμπελερέμπεληρέμπελο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρέμπελοιρέμπελεςρέμπελα
Γενικήρέμπελωνρέμπελωνρέμπελων
Αιτιατικήρέμπελουςρέμπελεςρέμπελα
Κλητικήρέμπελοιρέμπελεςρέμπελα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →