ρεμπελεύω
•
- παρωχημένοζω χωρίς να εργάζομαι, χωρίς να κάνω κάτι το κοινωνικά αποδεκτό, τεμπελιάζω Βικιλεξικό
- παρωχημένοτριγυρνάω άσκοπα, αλητεύω Βικιλεξικό
- παρωχημένοεπαναστατώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρεμπελεύω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ρεμπελεύω < ρέμπελος < βενετική rebelo (επαναστάτης, ρέμπελος) < λατινική rebellis < rebello < bellum
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ρεμπελεύω | ρεμπελεύεις | ρεμπελεύει | ρεμπελεύουμε | ρεμπελεύετε | ρεμπελεύουν / ρεμπελεύουνε |
| Παρατατικός | ρεμπέλευα | ρεμπέλευες | ρεμπέλευε | ρεμπελεύαμε | ρεμπελεύατε | ρεμπέλευαν / ρεμπελεύαν / ρεμπελεύανε |
| Αόριστος | ρεμπέλεψα | ρεμπέλεψες | ρεμπέλεψε | ρεμπελέψαμε | ρεμπελέψατε | ρεμπέλεψαν / ρεμπελέψαν / ρεμπελέψανε |
| Μέλλοντας | θα ρεμπελέψω / θα ρεμπελεύω | θα ρεμπελέψεις / θα ρεμπελεύεις | θα ρεμπελέψει / θα ρεμπελεύει | θα ρεμπελέψουμε / θα ρεμπελεύουμε | θα ρεμπελέψετε / θα ρεμπελεύετε | θα ρεμπελέψουν / θα ρεμπελέψουνε / θα ρεμπελεύουν / θα ρεμπελεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω ρεμπελέψει | έχεις ρεμπελέψει | έχει ρεμπελέψει | έχουμε ρεμπελέψει | έχετε ρεμπελέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ρεμπελέψει | είχες ρεμπελέψει | είχε ρεμπελέψει | είχαμε ρεμπελέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ρεμπελέψει / να ρεμπελέψω / να ρεμπελεύω | να έχεις ρεμπελέψει / να ρεμπελέψεις / να ρεμπελεύεις | να έχει ρεμπελέψει / να ρεμπελέψει / να ρεμπελεύει | να έχουμε ρεμπελέψει / να ρεμπελέψουμε / να ρεμπελεύουμε | να έχετε ρεμπελέψει / να ρεμπελέψετε / να ρεμπελεύετε | να ρεμπελέψουν / να ρεμπελέψουνε / να ρεμπελεύουν / να ρεμπελεύουνε |
| Προστακτική | — | ρεμπέλευε / ρεμπέλεψε | — | — | ρεμπελέψτε / ρεμπελεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →