ρεμπελιό
•
- παρωχημένοη εξέγερση, η επανάσταση Βικιλεξικό
- το ρεμπελιό των ποπολάρων
- παρωχημένοτεμπέλικη ζωή, το αραλίκι Βικιλεξικό
- παρωχημένοαταξία, αδιαφορία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρεμπελιό < βενετική rebelion < rebelo (επαναστάτης, ρέμπελος) < λατινική rebellis < rebello < bellum
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρεμπελιό | ρεμπελιά |
| Γενική | ρεμπελιού | ρεμπελιών |
| Αιτιατική | ρεμπελιό | ρεμπελιά |
| Κλητική | ρεμπελιό | ρεμπελιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →