Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρεμπεσκές

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. προφορικόανεπρόκοπος, τεμπέλης Βικιλεξικό
    • Τοῦτα μὲ ʼλίγα λόγια ἐγίνανε χθὲς καὶ προχθὲς καὶ αὐτὰ θὰ ξανὰ κάνουμε, ὡς ὑπουργοὶ, ἂν ἐπαναλάβουνε τὰ ἀναρχικὰ κινήματα οἱ πέντε δέκα ῥεμπεσκέδες, καὶ παρακαλῶ τὴ Βουλὴ νὰ μοῦ εἴπῃ ἂν ἔκαμα καλά.
    • καὶ μέσα 'στὴν Ἀνατολή καὶ μὲς 'στὴν Ἑσπερία / καὶ σήμερα 'μιλοῦν παντοῦ γιὰ 'μᾶς τοὺς ρεμπεσκέδες, / ποῦ μᾶς θαρροῦσαν φρόκαλα καὶ πρώτους τενεκέδες.
    • Από αιώνιος ρεμπεσκές έγινα ένας καλός και επιμελής φοιτητής και, προς έκπληξη των δικών μου οι οποίοι δεν πίστευαν την οβιδιακή μεταμόρφωσή μου, αφού πήρα το πτυχίο μου με έπαινο αποφάσισα να συνεχίσω τις σπουδές μου σε μεταπτυχιακό επίπεδο

Ετυμολογία

ρεμπεσκές < γαλλική rébèquer

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρεμπεσκέςρεμπεσκέδες
Γενικήρεμπεσκέρεμπεσκέδων
Αιτιατικήρεμπεσκέρεμπεσκέδες
Κλητικήρεμπεσκέρεμπεσκέδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →