Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρεντίκολο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αυτός που έχει γελοιοποιηθεί, έχει ρεζιλευτεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρεντίκολο < (άμεσο δάνειο) ιταλική ridicolo < λατινική ridiculus < ridere · από την ίδια ρίζα και το γαλλικό ridicule καθώς και τα αγγλικά ridicule, ridiculous

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρεντίκολορεντίκολα
Γενικήρεντίκολουρεντίκολων
Αιτιατικήρεντίκολορεντίκολα
Κλητικήρεντίκολορεντίκολα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →