ρεσό
•
- είδος αρωματικού ή διακοσμητικού κεριού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρεσό < γαλλική réchaud < réchauf < réchauffer < παλαιά γαλλικά reschauffer < ré- + échauffer < λατινική excalfacere, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος excalfacio < ex + calfacio < calefacio < caleo + facio
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →