σοφέρ
•
- λαϊκότροποοδηγός αυτοκινήτου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σοφέρ < (άμεσο δάνειο) γαλλική chauffeur < chauffer + -eur < παλαιά γαλλική échauffer < λατινική excalfacere, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος excalfacio < ex + calfacio < calefacio < caleo + facio
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →