Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρευματοφόρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ηλεκτρολογίαπου φέρει ηλεκτρικό ρεύμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρευματοφόρος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ῥευματοφόρος (για ποταμό που έχει ισχυρό ρεύμα)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρευματοφόροςρευματοφόραρευματοφόρο
Γενικήρευματοφόρουρευματοφόραςρευματοφόρου
Αιτιατικήρευματοφόρορευματοφόραρευματοφόρο
Κλητικήρευματοφόρερευματοφόραρευματοφόρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρευματοφόροιρευματοφόρεςρευματοφόρα
Γενικήρευματοφόρωνρευματοφόρωνρευματοφόρων
Αιτιατικήρευματοφόρουςρευματοφόρεςρευματοφόρα
Κλητικήρευματοφόροιρευματοφόρεςρευματοφόρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →