Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρεύμα

/ˈɾev.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η κίνηση υγρής ή αέριας μάζας προς κάποια κατεύθυνση Βικιλεξικό
    • «αισθάνεσαι να έρχεται από μια σπηλιά στην αριστερή όχθη ένα ψυχρό ρεύμα αέρα» (tovima.gr)
  2. μεταφορικάη κίνηση οχημάτων σε ένα δρόμο προς μία ορισμένη φορά Βικιλεξικό
    • «δόθηκε στην κυκλοφορία και ο κλάδος προς Αθήνα ... με το αντίθετο ρεύμα να αναμένεται να παραδοθεί» (kathimerini.gr)
  3. μεταφορικάένα σύνολο ανθρώπων που μετακινούνται μαζικά Βικιλεξικό
    • «αναλογικά ωστόσο με τον πληθυσμό της χώρας, η Ελλάδα κατατάσσεται μεταξύ των κρατών με τα σημαντικότερα μεταναστευτικά ρεύματα» (tovima.gr)
  4. μεταφορικάκίνηση ή τάση καλλιτεχνική, πολιτική, φιλοσοφική ή άλλου είδους ανθρώπινης δραστηριότητας Βικιλεξικό
  5. μεταφορικάκίνηση ή τάση καλλιτεχνική, πολιτική, φιλοσοφική ή άλλου είδους ανθρώπινης δραστηριότητας Βικιλεξικό
  6. φυσικήη προσανατολισμένη κίνηση ηλεκτρικών φορτίων Βικιλεξικό
    • το ηλεκτρικό ρεύμα μετριέται σε Αμπέρ
    • πάλι μας έκοψαν το ρεύμα
    • Υποθέτω με κάποια μπαλαντέζα είχε ανεβάσει το ρεύμα για τη μουσική αλλά το πολύμπριζο αρκούσε μόνο για δύο λάμπες - στο μισοσκόταδο η ταράτσα. (Γιώργος Συμπάρδης, Νύχτες με την Κάλλη, εκδ. Μεταίχμιο, 2026)

Ετυμολογία

ρεύμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ῥεῦμα < ῥέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *srew- (ρέω) :* για σύγχρονους όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική courant

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρεύμαρεύματα
Γενικήρεύματοςρευμάτων
Αιτιατικήρεύμαρεύματα
Κλητικήρεύμαρεύματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →