ρεύμα
•
- η κίνηση υγρής ή αέριας μάζας προς κάποια κατεύθυνση Βικιλεξικό
- «αισθάνεσαι να έρχεται από μια σπηλιά στην αριστερή όχθη ένα ψυχρό ρεύμα αέρα» (tovima.gr)
- μεταφορικάη κίνηση οχημάτων σε ένα δρόμο προς μία ορισμένη φορά Βικιλεξικό
- «δόθηκε στην κυκλοφορία και ο κλάδος προς Αθήνα ... με το αντίθετο ρεύμα να αναμένεται να παραδοθεί» (kathimerini.gr)
- μεταφορικάένα σύνολο ανθρώπων που μετακινούνται μαζικά Βικιλεξικό
- «αναλογικά ωστόσο με τον πληθυσμό της χώρας, η Ελλάδα κατατάσσεται μεταξύ των κρατών με τα σημαντικότερα μεταναστευτικά ρεύματα» (tovima.gr)
- μεταφορικάκίνηση ή τάση καλλιτεχνική, πολιτική, φιλοσοφική ή άλλου είδους ανθρώπινης δραστηριότητας Βικιλεξικό
- μεταφορικάκίνηση ή τάση καλλιτεχνική, πολιτική, φιλοσοφική ή άλλου είδους ανθρώπινης δραστηριότητας Βικιλεξικό
- φυσικήη προσανατολισμένη κίνηση ηλεκτρικών φορτίων Βικιλεξικό
- το ηλεκτρικό ρεύμα μετριέται σε Αμπέρ
- πάλι μας έκοψαν το ρεύμα
- Υποθέτω με κάποια μπαλαντέζα είχε ανεβάσει το ρεύμα για τη μουσική αλλά το πολύμπριζο αρκούσε μόνο για δύο λάμπες - στο μισοσκόταδο η ταράτσα. (Γιώργος Συμπάρδης, Νύχτες με την Κάλλη, εκδ. Μεταίχμιο, 2026)
Ετυμολογία
ρεύμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ῥεῦμα < ῥέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *srew- (ρέω) :* για σύγχρονους όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική courant
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρεύμα | ρεύματα |
| Γενική | ρεύματος | ρευμάτων |
| Αιτιατική | ρεύμα | ρεύματα |
| Κλητική | ρεύμα | ρεύματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →