ρεφενέ
•
- ανεπίσημοπληρώνοντας το ατομικό μερίδιο σε μια συλλογική δαπάνη για φαγητό, διασκέδαση κ.λπ. Βικιλεξικό
- Με την παραπάνω απλοποίηση, το πάρτυ έγινε προσιτό διανοητικά και στους αγοραίους και στους νεόφερτους από το χωριό. Ήταν και «νυχτέρι« και «γλέντι με ρεφενέ». Και το ότι απ'αυτό είχε αποβληθεί το «τραπέζωμα» βοήθησε πολύ στο να γίνει δεκτό απ'τους γονείς (Εμμανουήλ Ζάχος, Πιάτσα, εκδ. Κάκτος, 1980, σελ. 262)
Ετυμολογία
ρεφενέ < τουρκική refene
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →