ρεφενές
•
- ανεπίσημοτο ατομικό μερίδιο σε μια συλλογική δαπάνη για φαγητό, διασκέδαση κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρεφενές < (άμεσο δάνειο) τουρκική refene, διαλεκτικός τύπος για την οθωμανική τουρκική حريفانه (harifane, συνεργασία, σύμπραξη) (τουρκική arifane) < περσική عارفانه (arefaneh) < αραβική حريف (harif) + περσική انه (-ane)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρεφενές | ρεφενέδες |
| Γενική | ρεφενέ | ρεφενέδων |
| Αιτιατική | ρεφενέ | ρεφενέδες |
| Κλητική | ρεφενέ | ρεφενέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →