ρητινεύω
•
- συλλέγω ρητίνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρητινεύω < ρητίνη + -εύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ρητινεύω | ρητινεύεις | ρητινεύει | ρητινεύουμε | ρητινεύετε | ρητινεύουν / ρητινεύουνε |
| Παρατατικός | ρητίνευα | ρητίνευες | ρητίνευε | ρητινεύαμε | ρητινεύατε | ρητίνευαν / ρητινεύαν / ρητινεύανε |
| Αόριστος | ρητίνευσα | ρητίνευσες | ρητίνευσε | ρητινεύσαμε | ρητινεύσατε | ρητίνευσαν / ρητινεύσαν / ρητινεύσανε |
| Μέλλοντας | θα ρητινεύσω / θα ρητινεύω | θα ρητινεύεις / θα ρητινεύσεις | θα ρητινεύει / θα ρητινεύσει | θα ρητινεύουμε / θα ρητινεύσουμε | θα ρητινεύετε / θα ρητινεύσετε | θα ρητινεύουν / θα ρητινεύουνε / θα ρητινεύσουν / θα ρητινεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ρητινεύσει | έχεις ρητινεύσει | έχει ρητινεύσει | έχουμε ρητινεύσει | έχετε ρητινεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ρητινεύσει | είχες ρητινεύσει | είχε ρητινεύσει | είχαμε ρητινεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ρητινεύσει / να ρητινεύσω / να ρητινεύω | να έχεις ρητινεύσει / να ρητινεύεις / να ρητινεύσεις | να έχει ρητινεύσει / να ρητινεύει / να ρητινεύσει | να έχουμε ρητινεύσει / να ρητινεύουμε / να ρητινεύσουμε | να έχετε ρητινεύσει / να ρητινεύετε / να ρητινεύσετε | να ρητινεύουν / να ρητινεύουνε / να ρητινεύσουν / να ρητινεύσουνε |
| Προστακτική | — | ρητίνευε / ρητίνευσε | — | — | ρητινεύετε / ρητινεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →