ρητίνη
•
- παχύρρευστη και κολλώδης ουσία που εκκρίνεται με φυσικό τρόπο από τον φλοιό κυρίως των κωνοφόρων δέντρων, στα σημεία που υπάρχουν φυσικά ή τεχνητά ανοίγματα Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: ρετσίνι
- κάθε όμοια παχύρρευστη χημική ουσία με ειδική επεξεργασία που χρησιμοποιείται στη βιομηχανία, π.χ. στην κατασκευή πλαστικών υλών, βαφών, βερνικιών κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρητίνη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ῥητίνη < προελληνική.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρητίνη | ρητίνες |
| Γενική | ρητίνης | ρητινών |
| Αιτιατική | ρητίνη | ρητίνες |
| Κλητική | ρητίνη | ρητίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →