Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρητινώνω

ρήμα
•
  1. προσθέτω ρητίνη σε κρασί Βικιλεξικό
  2. καλύπτω με ρητίνη μια επιφάνεια ή αναμειγνύω κάτι με ρητίνη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρητινώνω < ελληνιστική κοινή ῥητινόω / ῥητινῶ < αρχαία ελληνική ῥητίνη

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςρητινώνωρητινώνειςρητινώνειρητινώνουμερητινώνετερητινώνουν / ρητινώνουνε
Παρατατικόςρητίνωναρητίνωνεςρητίνωνερητινώναμερητινώνατερητίνωναν / ρητινώναν / ρητινώνανε
Αόριστοςρητίνωσαρητίνωσεςρητίνωσερητινώσαμερητινώσατερητίνωσαν / ρητινώσαν / ρητινώσανε
Μέλλονταςθα ρητινώνω / θα ρητινώσωθα ρητινώνεις / θα ρητινώσειςθα ρητινώνει / θα ρητινώσειθα ρητινώνουμε / θα ρητινώσουμεθα ρητινώνετε / θα ρητινώσετεθα ρητινώνουν / θα ρητινώνουνε / θα ρητινώσουν / θα ρητινώσουνε
Παρακείμενοςέχω ρητινώσειέχεις ρητινώσειέχει ρητινώσειέχουμε ρητινώσειέχετε ρητινώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ρητινώσειείχες ρητινώσειείχε ρητινώσειείχαμε ρητινώσει——
Υποτακτικήνα έχω ρητινώσει / να ρητινώνω / να ρητινώσωνα έχεις ρητινώσει / να ρητινώνεις / να ρητινώσειςνα έχει ρητινώσει / να ρητινώνει / να ρητινώσεινα έχουμε ρητινώσει / να ρητινώνουμε / να ρητινώσουμενα έχετε ρητινώσει / να ρητινώνετε / να ρητινώσετενα ρητινώνουν / να ρητινώνουνε / να ρητινώσουν / να ρητινώσουνε
Προστακτική—ρητίνωνε / ρητίνωσε——ρητινώνετε / ρητινώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →