ρητινώνω
•
- προσθέτω ρητίνη σε κρασί Βικιλεξικό
- καλύπτω με ρητίνη μια επιφάνεια ή αναμειγνύω κάτι με ρητίνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρητινώνω < ελληνιστική κοινή ῥητινόω / ῥητινῶ < αρχαία ελληνική ῥητίνη
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ρητινώνω | ρητινώνεις | ρητινώνει | ρητινώνουμε | ρητινώνετε | ρητινώνουν / ρητινώνουνε |
| Παρατατικός | ρητίνωνα | ρητίνωνες | ρητίνωνε | ρητινώναμε | ρητινώνατε | ρητίνωναν / ρητινώναν / ρητινώνανε |
| Αόριστος | ρητίνωσα | ρητίνωσες | ρητίνωσε | ρητινώσαμε | ρητινώσατε | ρητίνωσαν / ρητινώσαν / ρητινώσανε |
| Μέλλοντας | θα ρητινώνω / θα ρητινώσω | θα ρητινώνεις / θα ρητινώσεις | θα ρητινώνει / θα ρητινώσει | θα ρητινώνουμε / θα ρητινώσουμε | θα ρητινώνετε / θα ρητινώσετε | θα ρητινώνουν / θα ρητινώνουνε / θα ρητινώσουν / θα ρητινώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ρητινώσει | έχεις ρητινώσει | έχει ρητινώσει | έχουμε ρητινώσει | έχετε ρητινώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ρητινώσει | είχες ρητινώσει | είχε ρητινώσει | είχαμε ρητινώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ρητινώσει / να ρητινώνω / να ρητινώσω | να έχεις ρητινώσει / να ρητινώνεις / να ρητινώσεις | να έχει ρητινώσει / να ρητινώνει / να ρητινώσει | να έχουμε ρητινώσει / να ρητινώνουμε / να ρητινώσουμε | να έχετε ρητινώσει / να ρητινώνετε / να ρητινώσετε | να ρητινώνουν / να ρητινώνουνε / να ρητινώσουν / να ρητινώσουνε |
| Προστακτική | — | ρητίνωνε / ρητίνωσε | — | — | ρητινώνετε / ρητινώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →