ρητορική
•
- η τεχνική της χρήσης του λόγου, προφορικού ή γραπτού, ώστε να είναι πειστικός, αποτελεσματικός Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτα μέσα που χρησιμοποιούνται σε συγκεκριμένο ύφος λόγου Βικιλεξικό
- η ρητορική των σύγχρονων μέσων ενημέρωσης, του φεμινισμού, του οικολογικού κινήματος, του εθνικισμού
- φιλολογίαη μελέτη της τέχνης του λόγου Βικιλεξικό
- Τους προηγούμενους αιώνες το μάθημα της ρητορικής διδασκόταν σε πολλά πανεπιστήμια όλου του κόσμου.
- τίτλος βιβλίου, με κεφαλαίο αρχικό: Ρητορική Βικιλεξικό
- η «Ρητορική» του Αριστοτέλη
Ετυμολογία
ρητορική < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ῥητορική, ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου ῥητορικός < ῥήτωρ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρητορική | ρητορικές |
| Γενική | ρητορικής | ρητορικών |
| Αιτιατική | ρητορική | ρητορικές |
| Κλητική | ρητορική | ρητορικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →