ριγέ
•
- με ρίγες, ριγωτός, γραμμωτός, χαρακωμένος με ρίγες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ριγέ < (λόγιο δάνειο) γαλλική rayé (παρετυμολόγηση προς τη λέξη ρίγα) < rayer < μέση γαλλική rayer < παλαιά γαλλική raier (χαρακιά) < μεσαιωνική λατινική. Δείτε και radiare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος radio < radius < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *wréh₂ds
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →