Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ριζοσπαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον ριζοσπάστη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ριζοσπαστικός < ριζοσπάστης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήριζοσπαστικόςριζοσπαστικήριζοσπαστικό
Γενικήριζοσπαστικούριζοσπαστικήςριζοσπαστικού
Αιτιατικήριζοσπαστικόριζοσπαστικήριζοσπαστικό
Κλητικήριζοσπαστικέριζοσπαστικήριζοσπαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήριζοσπαστικοίριζοσπαστικέςριζοσπαστικά
Γενικήριζοσπαστικώνριζοσπαστικώνριζοσπαστικών
Αιτιατικήριζοσπαστικούςριζοσπαστικέςριζοσπαστικά
Κλητικήριζοσπαστικοίριζοσπαστικέςριζοσπαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →