ριζοσπαστικός
•
- που έχει σχέση με τον ριζοσπάστη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ριζοσπαστικός < ριζοσπάστης + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ριζοσπαστικός | ριζοσπαστική | ριζοσπαστικό |
| Γενική | ριζοσπαστικού | ριζοσπαστικής | ριζοσπαστικού |
| Αιτιατική | ριζοσπαστικό | ριζοσπαστική | ριζοσπαστικό |
| Κλητική | ριζοσπαστικέ | ριζοσπαστική | ριζοσπαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ριζοσπαστικοί | ριζοσπαστικές | ριζοσπαστικά |
| Γενική | ριζοσπαστικών | ριζοσπαστικών | ριζοσπαστικών |
| Αιτιατική | ριζοσπαστικούς | ριζοσπαστικές | ριζοσπαστικά |
| Κλητική | ριζοσπαστικοί | ριζοσπαστικές | ριζοσπαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →