ριζοσπαστισμός
•
- η προσπάθεια ρήξης με το παρελθόν και το κατεστημένο και η προώθηση ριζικών αλλαγών στην κοινωνία, την πολιτική κ.α. με αποφασιστικές μεθόδους Βικιλεξικό
- αδιάλλακτη και ανυποχώρητη στάση και πρακτική Βικιλεξικό
- εξτρεμισμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ριζοσπαστισμός < ριζοσπάστης + -ισμός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική radicalisme)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ριζοσπαστισμός | ριζοσπαστισμοί |
| Γενική | ριζοσπαστισμού | ριζοσπαστισμών |
| Αιτιατική | ριζοσπαστισμό | ριζοσπαστισμούς |
| Κλητική | ριζοσπαστισμέ | ριζοσπαστισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →