Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ριζοσπαστισμός

/ɾi.zo.spa.stiˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η προσπάθεια ρήξης με το παρελθόν και το κατεστημένο και η προώθηση ριζικών αλλαγών στην κοινωνία, την πολιτική κ.α. με αποφασιστικές μεθόδους Βικιλεξικό
  2. αδιάλλακτη και ανυποχώρητη στάση και πρακτική Βικιλεξικό
  3. εξτρεμισμός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ριζοσπαστισμός < ριζοσπάστης + -ισμός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική radicalisme)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήριζοσπαστισμόςριζοσπαστισμοί
Γενικήριζοσπαστισμούριζοσπαστισμών
Αιτιατικήριζοσπαστισμόριζοσπαστισμούς
Κλητικήριζοσπαστισμέριζοσπαστισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →