ριζοχώρι
•
- χωριό το οποίο βρίσκεται στα ριζά ενός όρους, στους πρόποδες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ριζοχώρι < + ριζά + -ο- + -χώρι (< χωριό)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ριζοχώρι | ριζοχώρια |
| Γενική | ριζοχωριού | ριζοχωριών |
| Αιτιατική | ριζοχώρι | ριζοχώρια |
| Κλητική | ριζοχώρι | ριζοχώρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →