Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χωριό

/xoɾˈʝo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γεωγραφίαοικισμός που αποτελείται από λίγα σπίτια και κατοίκους λιγότερους από αυτούς της πόλης και της κωμόπολης Βικιλεξικό
    • το νησί μας έχει μικρά χωριά και καμία πόλη
  2. συνεκδοχικάτο σύνολο των κατοίκων του οικισμού, οι χωρικοί Βικιλεξικό
    • σε όλο το χωριό είχε πέσει βουβαμάρα
  3. στον καθημερινό λόγοη ιδιαίτερη πατρίδα, ο τόπος καταγωγής Βικιλεξικό
    • δεν καταλαβαίνω από αυτά, είμαι από χωριό εγώ

Ετυμολογία

χωριό < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χωριόν < αρχαία ελληνική χωρίον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχωριόχωριά
Γενικήχωριούχωριών
Αιτιατικήχωριόχωριά
Κλητικήχωριόχωριά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

χωρίο

/xoˈɾi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. φιλολογίαμέρος, απόσπασμα γραπτού κειμένου Βικιλεξικό
    • Αντίθετα, νομίζω ότι μια διόρθωση της παραδομένης γραφής Ἀσίαν, σε Ἀσίνην, όχι μόνο δικαιολογείται παλαιογραφικά, αλλά και αποκαθιστά νοηματικά το χωρίο. (Δωδώνη, τόμος 23, τεύχος 2, Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, 1994, σελ. 229)
  2. ιατρικήμέρος Βικιλεξικό
    • απτικά χωρία
  3. γεωμετρίατμήμα επιφάνειας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χωρίο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χωρίον στην ελληνιστική σημασία «απόσπασμα κειμένου»

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχωρίοχωρία
Γενικήχωρίουχωρίων
Αιτιατικήχωρίοχωρία
Κλητικήχωρίοχωρία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →