ροδέλαιο
•
- έλαιο από ρόδα Βικιλεξικό
- Κοσμηματοπωλεία, παλαιοπωλεία, υφασματοπωλεία, μαγαζιά που πουλούσαν πολύχρωμες μαντίλες, άλλα με δερμάτινα ρούχα και τζιν, με διακοσμητικά πήλινα πιάτα τοίχου, με πλεχτές τσάντες, χριστιανικές εικόνες, γκραβούρες με τοπία της Πόλης, τάβλια, πολύχρωμες λάμπες, πολυελαίους και φανάρια· υπήρχαν και καφενεία, ζαχαροπλαστεία με μπακλαβαδάκια, τουλούμπες, σεκέρ παρέ, κανταΐφια, κόκκους καφέ και λουκούμια με ροδέλαιο. Όλα τα καλά του κόσμου.
Ετυμολογία
ροδέλαιο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ῥοδέλαιον. Συγχρονικά αναλύεται σε ροδ- + -έλαιο. Δείτε και το μεσαιωνικό ροδόλαδο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ροδέλαιο | ροδέλαια |
| Γενική | ροδέλαιου / ροδελαίου | ροδέλαιων / ροδελαίων |
| Αιτιατική | ροδέλαιο | ροδέλαια |
| Κλητική | ροδέλαιο | ροδέλαια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →