Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρομαντικός

/ɾo.man.diˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. τέχνηπου ακολουθεί τη τεχνοτροπία του ρομαντισμού Βικιλεξικό
  2. συναισθηματικός, ερωτικός Βικιλεξικό
  3. ιδεαλιστής, όχι προσγειωμένος Βικιλεξικό
    • Μέσα στο κλίμα της ρομαντικής μελαγχολίας, ο ήρωας, ο βυρωνικός, ο στοχαστής, ο ποιητής δεν είχε άλλο τρόπο να αποδείξει το υπαρξιακό βάθος και την αγωνία του, την αισθητική και την ευαισθησία του, παρά μόνο με την «αριστοκρατική» μελαγχολία, την απόσταση από τα εγκόσμια, τη ρομαντική ανία (Μίμης Ανδρουλάκης, Μν, γυναικείο αντιμυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2000, σελ. 160)
    • Δεν αποκλείεται, φυσικά, να 'μαι και ρομαντικός, να θέλω εγώ να τα βλέπω έτσι. (Μάριος Ποντίκας, Η δραπέτευση τροφίμου γηροκομείου)

Ετυμολογία

ρομαντικός < (άμεσο δάνειο) γαλλική romantique < αγγλική romantic < υστερολατινική romanticus < λατινική romanus (Ρωμαίος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρομαντικόςρομαντικήρομαντικό
Γενικήρομαντικούρομαντικήςρομαντικού
Αιτιατικήρομαντικόρομαντικήρομαντικό
Κλητικήρομαντικέρομαντικήρομαντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρομαντικοίρομαντικέςρομαντικά
Γενικήρομαντικώνρομαντικώνρομαντικών
Αιτιατικήρομαντικούςρομαντικέςρομαντικά
Κλητικήρομαντικοίρομαντικέςρομαντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →