ρομαντικός
•
- τέχνηπου ακολουθεί τη τεχνοτροπία του ρομαντισμού Βικιλεξικό
- συναισθηματικός, ερωτικός Βικιλεξικό
- ιδεαλιστής, όχι προσγειωμένος Βικιλεξικό
- Μέσα στο κλίμα της ρομαντικής μελαγχολίας, ο ήρωας, ο βυρωνικός, ο στοχαστής, ο ποιητής δεν είχε άλλο τρόπο να αποδείξει το υπαρξιακό βάθος και την αγωνία του, την αισθητική και την ευαισθησία του, παρά μόνο με την «αριστοκρατική» μελαγχολία, την απόσταση από τα εγκόσμια, τη ρομαντική ανία (Μίμης Ανδρουλάκης, Μν, γυναικείο αντιμυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2000, σελ. 160)
- Δεν αποκλείεται, φυσικά, να 'μαι και ρομαντικός, να θέλω εγώ να τα βλέπω έτσι. (Μάριος Ποντίκας, Η δραπέτευση τροφίμου γηροκομείου)
Ετυμολογία
ρομαντικός < (άμεσο δάνειο) γαλλική romantique < αγγλική romantic < υστερολατινική romanticus < λατινική romanus (Ρωμαίος)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ρομαντικός | ρομαντική | ρομαντικό |
| Γενική | ρομαντικού | ρομαντικής | ρομαντικού |
| Αιτιατική | ρομαντικό | ρομαντική | ρομαντικό |
| Κλητική | ρομαντικέ | ρομαντική | ρομαντικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ρομαντικοί | ρομαντικές | ρομαντικά |
| Γενική | ρομαντικών | ρομαντικών | ρομαντικών |
| Αιτιατική | ρομαντικούς | ρομαντικές | ρομαντικά |
| Κλητική | ρομαντικοί | ρομαντικές | ρομαντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →