ρομαντισμός
•
- το να είναι κάποιος ρομαντικός, να νιώθει και να φέρεται ρομαντικά Βικιλεξικό
- τέχνηκαλλιτεχνικό ρεύμα (κυρίως του 18ου και 19ου αιώνα) που έδινε έμφαση στο συναίσθημα κι όχι στη λογική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρομαντισμός < (άμεσο δάνειο) γαλλική romantisme < romantique (ρομαντικός) < αγγλική romantic < υστερολατινική romanticus < λατινική romanus (Ρωμαίος) < Roma
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρομαντισμός | ρομαντισμοί |
| Γενική | ρομαντισμού | ρομαντισμών |
| Αιτιατική | ρομαντισμό | ρομαντισμούς |
| Κλητική | ρομαντισμέ | ρομαντισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →