ρουλέτα
•
- παιχνίδιείδος τυχερού παιχνιδιού με επιφάνεια, στην οποία ποντάρουν οι παίκτες, και τροχό με αριθμούς, από τον οποίο, με την βοήθεια μιας μπίλιας, γίνεται η επιλογή όσων κερδίζουν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρουλέτα < (άμεσο δάνειο) γαλλική roulette + κατάληξη θηλυκού -α < rouler + -ette (-έτα) < γαλλική ruele, roele (μικρός τροχός) < μεσαιωνική λατινική rotulo < λατινική rotula < rota < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *Hret- (κυλώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρουλέτα | ρουλέτες |
| Γενική | ρουλέτας | ρουλετών |
| Αιτιατική | ρουλέτα | ρουλέτες |
| Κλητική | ρουλέτα | ρουλέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →