Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρουμανικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με τη Ρουμανία, που ανήκει, αναφέρεται σε ή προέρχεται απο αυτήν Βικιλεξικό
    • η Γερουσία της Ρουμανίας ενέκρινε εναν νόμο ο οποίος απλοποιεί τις νομικές διαδικασίες για την απόκτηση ρουμανικής υπηκοότητας

Ετυμολογία

ρουμανικός < Ρουμαν(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρουμανικόςρουμανικήρουμανικό
Γενικήρουμανικούρουμανικήςρουμανικού
Αιτιατικήρουμανικόρουμανικήρουμανικό
Κλητικήρουμανικέρουμανικήρουμανικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρουμανικοίρουμανικέςρουμανικά
Γενικήρουμανικώνρουμανικώνρουμανικών
Αιτιατικήρουμανικούςρουμανικέςρουμανικά
Κλητικήρουμανικοίρουμανικέςρουμανικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ρουμάνικος

/ɾuˈma.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που προέρχεται ή ανήκει ή αναφέρεται στη Ρουμανία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρουμάνικος < Ρουμάν(ος) + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρουμάνικοςρουμάνικηρουμάνικο
Γενικήρουμάνικουρουμάνικηςρουμάνικου
Αιτιατικήρουμάνικορουμάνικηρουμάνικο
Κλητικήρουμάνικερουμάνικηρουμάνικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρουμάνικοιρουμάνικεςρουμάνικα
Γενικήρουμάνικωνρουμάνικωνρουμάνικων
Αιτιατικήρουμάνικουςρουμάνικεςρουμάνικα
Κλητικήρουμάνικοιρουμάνικεςρουμάνικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →