ρουμανικός
•
- ο σχετικός με τη Ρουμανία, που ανήκει, αναφέρεται σε ή προέρχεται απο αυτήν Βικιλεξικό
- η Γερουσία της Ρουμανίας ενέκρινε εναν νόμο ο οποίος απλοποιεί τις νομικές διαδικασίες για την απόκτηση ρουμανικής υπηκοότητας
Ετυμολογία
ρουμανικός < Ρουμαν(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ρουμανικός | ρουμανική | ρουμανικό |
| Γενική | ρουμανικού | ρουμανικής | ρουμανικού |
| Αιτιατική | ρουμανικό | ρουμανική | ρουμανικό |
| Κλητική | ρουμανικέ | ρουμανική | ρουμανικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ρουμανικοί | ρουμανικές | ρουμανικά |
| Γενική | ρουμανικών | ρουμανικών | ρουμανικών |
| Αιτιατική | ρουμανικούς | ρουμανικές | ρουμανικά |
| Κλητική | ρουμανικοί | ρουμανικές | ρουμανικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →